logo gkikas

 

Αν δεν έχουμε λύσει τις απορίες σας με τις έως εδώ πληροφορίες μας, διαβάστε τις ερωτήσεις που αφορούν τις υποψήφιες μητέρες που
θέλουν να έχουν μία κομψή σιλουέτα και μετά την εγκυμοσύνη.

Πόσο βάρος πρέπει να κερδίσω κατά την εγκυμοσύνη μου;
Αν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η ενεργειακή σας πρόσληψη αυξηθεί τόσο ώστε να ικανοποιεί απλά την ελαφρά αυξημένη όρεξή σας, τότε το βάρος συνήθως αυξάνει κατά περίπου 3,5 kg στο διάστημα των 20 πρώτων εβδομάδων. Από εκεί και πέρα η αύξηση βάρους που πραγματοποιείται είναι μεγαλύτερη και περίπου ίση με 0,5 kg την εβδομάδα, μέχρι το τέλος της κύησης.

Το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων Γυναικολόγων συνιστά μία αύξηση του σωματικού βάρους κατά 10-12 κιλά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η αύξηση αυτή γίνεται αποδεκτή από όλους τους μαιευτήρες ανά τον κόσμο. Θα πρέπει να έχετε υπόψη όμως ότι η αύξηση αυτή αφορά γυναίκες που ξεκινάνε την εγκυμοσύνη με φυσιολογικό ή λίγο παραπάνω, βάρος από το φυσιολογικό.

Σε αντίθετη περίπτωση, όπως σε παχύσαρκες, ή ελλιποβαρείς γυναίκες, ή συνιστώμενη αύξηση βάρους αλλάζει. Αν η αύξηση του βάρους ξεπεράσει κατά πολύ αυτό το προτεινόμενο όριο τότε ο κίνδυνος για προβλήματα, όπως αύξηση της αρτηριακής πίεσης, σακχαρώδης διαβήτης, παχυχαρκία που εκδηλώνεται στην μετέπειτα ζωή της μητέρας, αρχίζει να γίνεται ορατός.

Πόσο δύσκολη είναι η απώλεια βάρους μετά το τέλος της εγκυμοσύνης;
Η γυναίκα μετά τον τοκετό, δεν θα πρέπει να περιμένει να επανέλθει γρήγορα στο αρχικό σωματικό της βάρος, ιδίως όταν το επιπλέον βάρος που αποκτήθηκε κατά την κύηση είναι μεγάλο, οπότε και η απώλειά του απαιτεί δυσκολότερη προσπάθεια. Η γρήγορη απώλεια βάρους μπορεί να έχει δυσμενείς επιδράσεις στο θηλασμό. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τα αποθέματα του λίπος της μητέρας αυξάνονται φυσιολογικά κατά 2-5 κιλά (το 30% περίπου του αποκτηθέντος σωματικού βάρους πέραν αυτού που προϋπήρχε της εγκυμοσύνης). Συνήθως η μητέρα χάνει 7-8 κιλά στο διάστημα των πρώτων εβδομάδων μετά τον τοκετό.

Στην περίπτωση που η αύξηση βάρους κατά την κύηση ήταν φυσιολογική, το αυξημένο αυτό βάρος θα χαθεί μέσα στις επόμενες 4-6 εβδομάδες μετά τον τοκετό.Ο θηλασμός είναι επίσης μία διαδικασία που συμβάλλει στη μείωση του λίπους που αποθηκεύτηκε στον οργανισμό της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μια γυναίκα που θηλάζει έχει αυξημένες ενεργειακές ανάγκες κατά 550-650 θερμίδες ημερησίως, σε σχέση με μία που δεν θηλάζει.

Αν λοιπόν η μητέρα εφαρμόσει μία ισορροπημένη δίαιτα με τρόφιμα υψηλής θρεπτικής αξίας και αυξήσει έτσι κατά το θηλασμό τις ημερήσιες
προσλαμβανόμενες θερμίδες κατά 400-500, ο οργανισμός θα κινητοποιήσει το διαθέσιμο αποθηκευμένο λίπος για τις παραπάνω ενεργειακές της ανάγκες και θα χάσει σταδιακά βάρος, με ρυθμό περίπου 0,5-1 κιλό το μήνα κατά τη διάρκεια 4-6 μηνών θηλασμού. Δηλαδή, πιο γρήγορα από τις μητέρες που δεν θηλάζουν ενώ έτσι εξασφαλίζει και την επάρκεια στο γάλα της.

Σε περίπτωση που κατά την κύηση επήλθε μεγάλη αύξηση του βάρους, συνιστάται σωστή και ισορροπημένη ήπια υποθερμιδική δίαιτα η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα απώλεια βάρους, μέχρι 0,5 kg/ εβδομάδα (2 kg το μήνα). Αυτή η απώλεια βάρους, σύμφωνα με τις πρόσφατες διεθνείς συστάσεις, δεν επηρεάζει την παραγωγή και τη σύνθεση του μητρικού γάλακτος. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, πως οι μητέρες που θηλάζουν δεν θα πρέπει να υποβάλουν τον οργανισμό τους σε μονόπλευρα ή αυστηρά υποθερμιδικά διατροφικά σχήματα, λόγω των αυξημένων αναγκών τους για συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά.

Απώλεια βάρους >1kg / εβδομάδα, μπορεί να μειώσει την παραγωγή του μητρικού γάλακτος και να θέσει σε κίνδυνο τη διατροφική κατάσταση και την υγεία τόσο της μητέρας, όσο και του βρέφους.